Αρτεμισίου 27, Χαλάνδρι ΤΚ.15234

Έχει κατά καιρούς επιχειρηθεί να δοθεί επαρκής ορισμός του «χρόνιου νοσήματος». Οι περισσότερο διαυγείς και περιεκτικοί ορισμοί δίνονται ως στιγμής από την Εθνική Επιτροπή Χρονών Νοσημάτων των ΗΠΑ και από το Υπουργείο Υγείας της Αυστραλιανής Κυβέρνησης, σύμφωνα με τους οποίους: «..οποιαδήποτε απόκλιση η επιδείνωση από ή της φυσιολογικής κατάστασης με ένα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: μονιμότητα, υπόλειμμα ανικανότητας, η πρόκλησή του έγκειται σε μη αναστρέψιμες παθολογικές μεταβολές και μπορεί να απαιτεί μακροχρόνια επίβλεψη, παρακολούθηση ή και φροντίδα» και «..η ασθένεια ή νόσημα που είναι παρατεταμένης διάρκειας, με μη αυθόρμητη υποχώρηση συμπτωμάτων, που σπάνια θεραπεύεται εντελώς».

Στις χρόνιες παθήσεις περιλαμβάνονται μακροχρόνια νοσήματα, όπως οι καρδιαγγειακές παθήσεις, οι κακοήθεις νεοπλασίες, ο διαβήτης, που ευθύνονται και για το μεγαλύτερο μέρος της συνοσυρότητας. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι πως δεν οφείλονται σε μικροβιακούς παράγοντες αλλά σε κληροδοτούμενους, ιδιοσυγκρασιακούς ή περιβαλλοντικούς.

Κοινά χαρακτηριστικά για τα περισσότερα χρόνια νοσήματα, περιλαμβάνουν:

-σύνθετη αιτιότητα με πολυπαραγοντική σύσταση

-μακρά περίοδο ανάπτυξης (με συμπτώματα ή ασυμπτωματική)

-παρατεταμένη πορεία με ή χωρίς άλλες επιπλοκές υγείας (Rahi et al 2004).

 Η ποιότητα ζωής απασχολεί ιδιαίτερα τους επαγγελματίες υγείας καθώς τα τελευταία χρόνια, έρευνες αποδεικνύουν την συμβατότητα της ποιότητας ζωής των ασθενών σχετικά με την έκβαση της αντιμετώπισης του χρόνιου νοσήματος. Η ποιότητα ζωής αφορά τόσο σε ψυχολογικό και κοινωνικό τομέα, όσο και σε επαγγελματική και σωματική διάσταση. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό πως το χρόνιο νόσημα φέρνει τους ασθενείς αντιμέτωπους με μακροχρόνιες θεραπείες και προκλήσεις, τέτοιες όπως:

  • Την διατήρηση μιας ικανοποιητικής συναισθηματικής ισορροπίας,
  • Την αναζήτηση και επαναδόμηση της αυτοεκτίμησης,
  • Την αρμονική λειτουργία του αυτοελέγχου,
  • Την ενίσχυση των διαπροσωπικών σχέσεων οικογενειακού και φιλικού πλαισιού,
  • Την διαχείριση και ενδεχομένως τον συμβιβασμό με ένα αβέβαιο μέλλον.

Επιπλέον το αίσθημα ανικανότητας, της εξάρτησης, το κοινωνικό στίγμα καθώς και οι αλλαγές στον τρόπο ζωής, συνιστούν χαρακτηριστικά του χρόνιου νοσήματος και εμφανίζουν δυσμενή επιδραση στην ποιότητα ζωής του ατόμου (Καραδήμας, 2005).

Οι ψυχολογικές επιδράσεις του χρόνιου νοσήματος είναι πάγια ακολουθία και θεματική συζήτησης μεταξύ ασθενών και πλαισίου των. Έρευνες καταδεικνύουν πως συχνά μια χρόνια νόσος δεν επιτρέπει στον ασθενή να έχει τη ζωή με τους ρυθμούς και τις συνήθειες πριν την εκδήλωση του νοσήματος. Είναι πιθανό ο ασθενής να αντιμετωπίσει επιδράσεις, τέτοιες όπως: άγχος, οργή, ζήλεια για τους υγιείς, φόβο για την ανακοίνωση της ασθένειας στους οικείους και απομόνωση, φόβο για το μέλλον,  αίσθηση χαμηλής αυτοαξίας-αυτοεκτίμησης και απώλεια αισθήματος ευχαρίστησης-ικανοποίησης που απορρέει από διαφορετικές καθημερινές δραστηριότητες, (Ogden, 1996).

H ανακοίνωση της διάγνωσης του χρόνιου νοσήματος έχει επιπτώσεις στην αίσθηση της αυτοεικόνας, εαυτού και σώματος. Αυτή ακριβώς η αίσθηση ότι ο ασθενής είτε οι φροντιστές του, δεν ελέγχουν το σώμα και τη ζωή, συχνά οδηγούν στην ενεργοποίηση στρατηγικών για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των συνθηκών που ανακύπτουν από την ανακοίνωση της ασθένειας. Πρόκειται για απολύτως φυσιολογικές συμπεριφορές που έχουν άλλοτε λειτουργικό και άλλοτε δυσλειτουργικό χαρακτήρα, στη διαδικασία προσαρμογής στην ασθένεια. Για να ασκήσει ο κάθε ασθενής κάποιον έλεγχο στις καταστάσεις που θα αντιμετωπίσει, είτε προκειμένου να διερευνήσει  το χρόνο και το χώρο ώστε να αφομοιώσει την νέα πραγματικότητα, προτείνεται να ακολουθεί και να συμμετέχει σε κάποια συμβουλευτική-θεραπευτική υποστήριξη, (Chung et al., 2017).

Οι συνηθέστεροι τρόποι παρέμβασης για την ψυχολογική στήριξη των χρόνια ασθενών στηρίζονται στην πληροφόρηση, την ενεργοποίηση και αξιοποίηση της κοινωνικής υποστήριξης, στην εκμάθηση τεχνικών διαχείρισης του στρες και την οικογενειακή θεραπεία. Συνήθεις γενικευμένοι στόχοι τέτοιων προγραμμάτων συνιστούν τη μείωση της δυσφορίας που προκύπτει από τη διάγνωση και άλλων αρνητικών συναισθημάτων, τη βελτίωση της κοινωνικής και συναισθηματικής υποστήριξης που λαμβάνουν οι ασθενείς, την ενίσχυση λειτουργικών στρατηγικών αντιμετώπισης του στρες. Επιμέρους και ειδικότερους στόχους συνιστούν η διαχείριση του πόνου και των προβλημάτων ύπνου, εκπαίδευση στην επίλυση προβλήματος και δεξιότητες επικοινωνίας. Βοηθητικά προς αυτήν την κατεύθυνση πάντοτε κρίνονται: η κινητοποίηση των μελών της οικογένειας των ασθενών και η συμμετοχική στήριξη, η παραπομπή σε ατομική υποστηρικτική συμβουλευτική και  η προώθηση των ασθενών σε δομημένες υποστηρικτικές ομάδες. Κύριες αρχές που οφείλουν να χαρακτηρίζουν οιαδήποτε απόπειρα συνοδευτικής ψυχολογικής παρέμβασης είναι, η ευελιξία στην εφαρμογή ενός προγράμματος και η ανάπτυξη ρεαλιστικών προσδοκιών στόχων, (Ιακωβίδης, 2007).

Η αντιμετώπιση του χρόνιου νοσήματος αποτελεί μια προσωπική διαδικασία που προκαλεί διαφορετικό βαθμό αντίδρασης. Το είδος και η ένταση των αντιδράσεων είναι συνάρτηση πολλών και ποικίλων παραγόντων. Η ηλικία και η εμπειρία, η μόρφωση και η κοινωνική θέση είναι ίσως οι πιο κρίσιμοι. Για παράδειγμα στην παιδική ηλικία, τόσο οι γνωστικές λειτουργίες, όσο και ψυχολογικοί αμυντικοί μηχανισμοί δεν έχουν παγιωθεί σε μια υπό δυναμική κατασκευή προσωπικότητα, έτσι η συναισθηματική παλινδρόμηση θεωρείται πιθανότερη. Ακόμα η προσωπικότητα του ίδιου του ασθενούς αλλά και των μελών της οικογένειάς του, είναι ισχυροί βοηθητικοί ή ανασταλτικοί παράγοντες στην εμφάνιση και διαχείριση ψυχολογικής αντίδρασης στην ασθένεια.

Η άσκηση της συμβουλευτικής στο χώρο της υγείας είναι απαιτητική και απαραίτητη. Η κατάλληλη τεχνογνωσία με στόχο την εξατομικευμένη προσέγγιση, διευκολύνει την αντιμετώπιση και την καίρια προσαρμογή, σε όλα τα στάδια της χρόνιας νόσου (προδιαγνωστική, οξεία, χρόνια, ενδεχομένως τελική). Σε αυτήν την προσπάθεια αρωγοί οφείλουν να είναι, η βαθειά ενσυναίσθηση, ο ρεαλισμός και η εκτίμηση του ατόμου.

Η εξασφάλιση, σε ψυχολογικό επίπεδο, κοινωνικό, εργασιακό και βιολογικό, της ποιότητας ζωής, η τήρηση των ιατρικών οδηγιών, η κινητοποίηση του υποστηρικτικού δικτύου, η κατανόηση μιας δύσκολης κατάστασης και η έκφραση των συναισθημάτων γύρω από αυτήν, συνιστούν καίρια σημεία στην διαχείριση του χρόνιου νοσήματος.

   ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Chung, P., -W. Cho, S., -J., Kim, W.,-J., Yun, C.-H., Chu, M.K (2017). Study of clinical characteristics of breast cancer among women older than 70 years, Journal of Headache and Pain 18(1), 47.

Rahi, J.S., Manaras, I., Tuomainen, H., Hundt, G., L. (2004) Meeting the needs of parents around the time of diagnosis of disability among their children: Evaluation of a novel program for children information, support, and liaison by key worker, Pediatrics 114(4)pp. e477 e482

Ιακωβίδης, Β. και Ιακωβίδης, Α. (2007) Ψυχικές επιδράσεις του καρκίνου-Επικοινωνόντας με τον ασθενή. Αθήνα: Εκδόσεις Γράφημα

Καραδήμας, Ε.Χ. (2005) Κατάθλιψη, άγχος, θυμός και σωματική υγεία και οι πιθανοί ενδιάμεσοι μηχανισμοί, Ψυχολογία 12(2).